Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αρχαία Ελληνικά Β' Γυμνασίου. Ενότητα 1(μετάφραση-απαντήσεις στις ερωτήσεις κατανόησης του κειμένου-γραμματική αναγνώριση των τύπων του κειμένου)

ΕΝΟΤΗΤΑ 1
Πατρική δικαιοσύνη
                                 
                                                   Μετάφραση
Ένας άνδρας Μάρδος στην καταγωγή είχε επτά παιδιά. Το πιο μικρό απ’ αυτά προκαλούσε στα άλλα πολλά κακά. Και αρχικά ο πατέρας του προσπαθούσε να τον συνετίσει με λόγια ˙ επειδή όμως (αυτός) δεν υπάκουε, τον οδήγησε ενώπιον των δικαστών και με ακρίβεια του απήγγειλε κατηγορίες για όσα είχε αποτολμήσει αυτός, και ζητούσε από τους δικαστές να σκοτώσουν το νεαρό. Εκείνοι όμως εκπλαγήκαν και οδήγησαν και τους δύο στο βασιλιά Αρταξέρξη. Και ενώ ο Μάρδος έλεγε τα ίδια, ο βασιλιάς είπε: « Αλήθεια, θα έχεις το θάρρος να αντέξεις να πεθάνει ο γιος σου;» Κι αυτός (ο Μάρδος) απάντησε «βεβαιότατα ˙ γιατί, και όταν αφαιρώ τις πικρές παραφυάδες των μαρουλιών που φυτρώνουν, ακόμα και η μητέρα τους καθόλου δε λυπάται, αλλά ανθίζει περισσότερο και γίνεται γλυκύτερη». Όταν άκουσε αυτά ο Αρταξέρξης, επαίνεσε τον άνδρα και τον έκανε έναν από τους βασιλικούς δικαστές, λέγοντας ότι όποιος διατυπώνει τόσο δίκαιες κρίσεις για τα παιδιά του, οπωσδήποτε και στις ξένες υποθέσεις θα είναι δικαστής δίκαιος και ακέραιος, απάλλαξε όμως και το νεαρό από την τιμωρία, απειλώντας τον με θάνατο, εάν αποδειχτεί ότι διαπράττει άλλες αδικίες.

                    Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου
1. Στην αρχή ο πατέρας προσπάθησε να σωφρονίσει το γιο του με συμβουλές. Επειδή όμως ο γιος δεν άλλαξε συμπεριφορά, ο πατέρας θεώρησε σωστό να τον οδηγήσει στο δικαστήριο και να ζητήσει από τους δικαστές να τον καταδικάσουν σε θάνατο.

2. Ο βασιλιάς, όταν άκουσε ότι ο πατέρας ζητούσε τη θανάτωση του γιου του, εξεπλάγη για την πρωτοφανή συμπεριφορά του να βάλει το δίκαιο σε ανώτερη μοίρα από την πατρική αγάπη. Γι’ αυτό τον ρώτησε αν θα ήταν σε θέση να αντέξει τη θανάτωση του γιου του. Ο πατέρας σταθερός στην απόφασή του, του είπε ότι δε λυπάται καθόλου, γιατί πλέον ο γιος του αποτελεί μια άσχημη πληγή για την οικογένεια, μια μικρή παραφυάδα το κόψιμο της οποίας θα την ωφελήσει περισσότερο.

3. Ο πατέρας με τη στάση του αυτή αποδείχτηκε δίκαιος και αμερόληπτος. Ο βασιλιάς εκτιμώντας το ήθος του τον έκανε βασιλικό δικαστή, θεωρώντας πως θα γινόταν αντικειμενικός και αδέκαστος δικαστής και προς τις ξένες υποθέσεις.

4. Ο πατέρας με την πρόταση της υπερβολικής ποινής στοχεύει στο σωφρονισμό των άλλων παιδιών του και στην προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας. Δε θέλει να εκδικηθεί το παιδί του, καθώς έκανε ό,τι μπορούσε για να το συνετίσει. Ίσως αυτή η τιμωρία να οφείλεται στην απογοήτευση του πατέρα από την απροθυμία του γιου του να συμμορφωθεί με τους κανόνες της κοινωνίας. Αυτή η τιμωρία ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα της αυστηρής πειθαρχίας των Περσών. Οι Πέρσες έδιναν μεγάλη βαρύτητα στην πειθαρχία των νέων.


                                              Ερμηνευτικά σχόλια
Μάρδος: Οι Μάρδοι ή Αμαρδοί ήταν νομαδική φυλή εγκατεστημένη για ένα διάστημα στα ανατολικά παράλια του Εύξεινου Πόντου. Αναφέρονται από τον Αισχύλο στους Πέρσες σαν μισθοφόροι στο στρατό του Ξέρξη. Κατά τον Αρριανό, οι Μάρδοι υποτάχτηκαν στο Μέγα Αλέξανδρο (αφού πρώτα πολέμησαν εναντίον του στα Γαυγάμηλα). Την εποχή του Μιθριδάτη ΣΤ΄ οι Μάρδοι ήταν σύμμαχοι του βασιλιά του Πόντου και πολέμησαν στο πλευρό του εναντίον των Ρωμαίων.

Ἀρταξέρξην: Ο ακριβής προσδιορισμός του προσώπου είναι αδύνατος λόγω της ασάφειας της διήγησης. Το όνομα αυτό έφεραν 4 βασιλείς της Περσίας: ο Αρταξέρξης Α΄ ο Μακρόχειρ(464-424 π.Χ.), γιος του Ξέρξη Α΄, έκλεισε την «Κιμώνειο ειρήνη», που έθεσε τέρμα στους ελληνοπερσικούς πολέμους. Ο Αρταξέρξης Β΄ ο Μνήμων (404-358 π.Χ.), γιος του Δαρείου Β΄. Κατά τη βασιλεία του το κράτος των Αχαιμενιδών έγινε ασθενέστερο.   Ο Αρταξέρξης Γ΄ ο Ώχος (358-338 π.Χ.) ήταν γιος του Αρταξέρξη Β΄. Προσπάθησε να αποκαταστήσει την ακεραιότητα του κράτους των Αχαιμενιδών.  Τέλευταίος ήταν ο Αρταξέρξης Δ΄ (πρόκειται για τον σατράπη της Βακτριανής Βήσσο που σκότωσε τον Δαρείο Γ΄ και τον διαδέχτηκε ως Αρταξέρξης Δ΄ βασιλεύοντας για μικρό χρονικό διάστημα. Τιμωρήθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο).

ἐπειρᾶτο ῥυθμιζειν: Υποχρέωση του πατέρα είναι η νουθεσία και ο σωφρονισμός των τέκνων του, ώστε αυτά να εθιστούν στον  αυτοέλεγχο, να μην κάνουν αλόγιστες και βάναυσες ενέργειες, να γίνουν συγκροτημένα άτομα και να κοινωνικοποιηθούν ομαλά. Όταν τα νεαρά μέλη της οικογένειας προβούν σε αλόγιστες πράξεις, τότε πρέπει με την πειθώ(λόγο) ο πατέρας να τα συνετίσει. Σε περίπτωση που αυτά δεν αλλάζουν χαρακτήρα τότε ο κηδεμόνας μπορεί να χρησιμοποιήσει και αυστηρές μεθόδους(βία) σε λογικά πλαίσια και με μέτρο.

και ᾒτει παρά τῶν δικαστῶν ἀποκτεῖναι τὸν νεανίσκον: Οι αντιλήψεις περί σωφρονισμού και πειθαρχίας στο περσικό κράτος ήταν αρκετά αυστηρές. Η περσική πειθαρχία δε διέφερε πολύ από τη σπαρτιατική.

                         Γραμματική αναγνώριση των τύπων του κειμένου
ἀνήρ: ονομαστική ενικού, γένους αρσενικού του συγκοπτόμενου  ουσιαστικού της γ’ κλίσης ὁ ἀνήρ (τοῦ ἀνδρός).
γένει: δοτική ενικού, γένους ουδετέρου του ουσιαστικού της γ’ κλίσης τὸ γένος (τοῦ γένους).
παῖδας: αιτιατική πληθυντικού, γένους αρσενικού του ουσιαστικού της γ’ κλίσης ὁ παῖς (τοῦ παιδός).
εἶχεν: γ’ ενικό οριστικής Παρατατικού ενεργητικής φωνής του ρ. ἒχω.
τούτων: γενική πληθυντικού, γένους αρσενικού της δεικτικής αντωνυμίας οὗτος, αὕτη, τοῦτο.
ὁ νεώτατος: ονομαστική ενικού, γένους αρσενικού, υπερθετικός βαθμός του επιθέτου νέος, νέα, νέον.
κακά: αιτιατική πληθυντικού, γένους ουδετέρου του ανώμαλου επιθέτου ὁ κακός, ἡ κακή, τὸ κακόν
πολλά: αιτιατική πληθυντικού, γένους ουδετέρου του ανώμαλου επιθέτου ὁ πολύς, ἡ πολλή, τὸ πολύ.
τοὺς ἂλλους: αιτιατική πληθυντικού, γένους αρσενικού της αόριστης επιμεριστικής αντωνυμίας  ἂλλος,ἂλλη, ἂλλο.
εἰργάζετο: γ’ ενικό οριστικής Παρατατικού του αποθετικού ρήματος ἐργάζομαι.
ἐπειρᾶτο: γ’ ενικό οριστικής Παρατατικού μέσης φωνής του ρ. πειράομαι-ῶμαι.
αὺτόν: αιτιατική ενικού, γένους αρσενικού της επαναληπτικής αντωνυμίας αὺτός,αὺτή, αὺτὸ.
πατήρ: ονομαστική ενικού, γένους αρσενικού του συγκοπτόμενου ουσιαστικού της γ’ κλίσης ὁ πατήρ (τοῦ πατρὸς).
ῥυθμίζειν: απαρέμφατο Ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρ. ῥυθμίζω.
λόγῳ: δοτική ενικού, γένους αρσενικού του ουσιαστικού της β’ κλίσης ὁ λόγος (τοῦ λόγου).
ἐπεί: αιτιολογικός σύνδεσμος.
ἐπείθετο: γ’ ενικό οριστικής Παρατατικού μέσης φωνής του ρ. πείθομαι.
τοὺς δικαστάς: αιτιατική πληθυντικού, γένους αρσενικού του ουσιαστικού της α’ κλίσης ὁ δικαστής (τοῦ δικαστοῦ).
ἤγαγε: γ’ ενικό οριστικής Αορίστου β’ ενεργητικής φωνής του ρ. ἄγω.
ὅσα: ονομαστική ενικού, γένους ουδετέρου της αναφορικής αντωνυμίας ὅσος, ὅση, ὅσον.
ἐτετόλμητο: γ’ ενικό οριστικής Υπερσυντελίκου μέσης φωνής του ρ. τολμάω-ῶ.
ἀκριβῶς: επίρρημα τροπικό.
κατηγόρησε: γ’ ενικό οριστικής Αορίστου ενεργητικής φωνής του ρ. κατηγορέω-ῶ.
ᾒτει: γ’ ενικό οριστικής Παρατατικού ενεργητικής φωνής του ρ. αἰτέω-ῶ.
τῶν δικαστῶν: γενική πληθυντικού, γένους αρσενικού του ουσιαστικού της α’ κλίσης ὁ δικαστής (τοῦ δικαστοῦ).
ἀποκτεῖναι: απαρέμφατο Αορίστου ενεργητικής φωνής του ρ. ἀποκτείνω.
τὸν νεανίσκον: αιτιατική ενικού, γένους αρσενικού του ουσιαστικού της β’ κλίσης ὁ νεανίσκος (τοῦ νεανίσκου).
ἐξεπλάγησαν: γ’ πληθυντικό οριστικής παθητικού Αορίστου β’ του ρ. ἐκπλήττομαι.
ἀμφοτέρους: αιτιατική πληθυντικού, γένους αρσενικού της αόριστης επιμεριστικής αντωνυμίας ἀμφότεροι, ἀμφότεραι, ἀμφότερα.
τὸν βασιλέα: αιτιατική ενικού, γένους αρσενικού του ουσιαστικού της γ’ κλίσης ὁ βασιλεύς (τοῦ βασιλέως).
ἤγαγον: γ’ πληθυντικό οριστικής Αορίστου β’ ενεργητικής φωνής του ρ. ἄγω.
τὰ αὐτὰ: αιτιατική πληθυντικού, γένους ουδετέρου της οριστικής αντωνυμίας  αὐτός, αὐτή, αὐτό.
λέγοντος: γενική ενικού, γένους αρσενικού της μετοχής Ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρ. λέγω.
τοῦ Μάρδου: γενική ενικού, γένους αρσενικού του ουσιαστικού της β’ κλίσης ὁ Μάρδος (τοῦ Μάρδου).
βασιλεύς: ονομαστική ενικού, γένους αρσενικού του ουσιαστικού της γ’ κλίσης ὁ βασιλεύς (τοῦ βασιλέως).
ἒφη: γ’ ενικό οριστικής Παρατατικού ενεργητικής φωνής του ρ. φημί.
εἶτα: επίρρημα χρονικό.
τολμήσεις: β’ ενικό οριστικής Μέλλοντα ενεργητικής φωνής του ρ. τολμάω-ῶ.
τὸν υἱὸν: αιτιατική ενικού, γένους αρσενικού του ουσιαστικού της β’ κλίσης ὁ υἱὸς (τοῦ υἱοῦ/τοῦ υἱέος). Κλίνεται σύμφωνα με τη β’ και τη γ’ κλίση.
ὰποθνῄσκοντα: αιτιατική ενικού, γένους αρσενικού της μετοχής Ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρ. ὰποθνῄσκω.
ὑπομεῖναι: απαρέμφατο Αορίστου ενεργητικής φωνής του ρ. ὑπομένω.
πάντων: γενική πληθυντικού, γένους ουδετέρου της αόριστης επιμεριστικής αντωνυμίας πᾶς, πᾶσα, πᾶν.
μάλιστα: υπερθετικός βαθμός του επιρρήματος μάλα.
φυομένων: γενική πληθυντικού, γένους θηλυκού της μετοχής Ενεστώτα μέσης φωνής του ρ. φύομαι.
θριδακινῶν: γενική πληθυντικού, γένους θηλυκού του ουσιαστικού της α’ κλίσης ἡ θριδακινή (τῆς θριδακινής) και ἡ θρίδαξ (τῆς θρίδακος γ’ κλίση).
τὰς ἐκφύσεις: αιτιατική πληθυντικού, γένους θηλυκού του ουσιαστικού της γ’ κλίσης ἡ ἒκφυσις (τῆς ἐκφύσεως).
ἀφαιρῶ: α’ ενικό οριστικής Ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρ. ἀφαιρέω-ῶ.
οὐδέν: αιτιατική ενικού, γένους ουδετέρου της αόριστης επιμεριστικής αντωνυμίας οὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν.
ἡ μήτηρ: ονομαστική ενικού, γένους θηλυκού του συγκοπτόμενου ουσιαστικού της γ’ κλίσης ἡ μήτηρ (τῆς μητρός).
λυπεῖται: γ’ ενικό οριστικής Ενεστώτα μέσης φωνής του ρ. λυπέομαι-οῦμαι.
μᾶλλον: συγκριτικός βαθμός του επιρρήματος μάλα.
θάλλει: γ’ ενικό οριστικής Ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρ. θάλλω.
γλυκίων: ονομαστική ενικού, γένους θηλυκού, συγκριτικού βαθμού του τρικατάληκτου επιθέτου της γ’ κλίσης γλυκύς, γλυκεῖα, γλυκύ.
γίνεται: γ’ ενικό πρόσωπο οριστικής Ενεστώτα μέσης φωνής του ρ. γίγνομια.
ἀκούσας: ονομαστική ενικού, γένους αρσενικού της μετοχής του Αορίστου ενεργητικής φωνής του ρ. ἀκούω.
ἐπῄνεσε: γ’ ενικό οριστικής Αορίστου ενεργητικής φωνής του ρ. ἐπαινέω-ῶ.
τὸν ἂνδρα: αιτιατική ενικού, γένους αρσενικού του συγκοπτόμενου  ουσιαστικού της γ’ κλίσης ὁ ἀνήρ (τοῦ ἀνδρός).
βασιλικῶν: γενική πληθυντικού, γένους αρσενικού του επιθέτου της β’ κλίσης βασιλικός, βασιλική, βασιλικόν.
ἐποίησεν: γ’ ενικό οριστικής Αορίστου ενεργητικής φωνής του ρ. ποιέω- ῶ.
ἓνα: αιτιατική ενικού, γένους αρσενικού του απόλυτου αριθμητικού εἷς,  μία, ἓν.
εἰπὼν: ονομαστική ενικού, γένους αρσενικού της μετοχής Αορίστου β’ ενεργητικής φωνής του ρ. λέγω.
ἰδίων: γενική πληθυντικού, γένους αρσενικού του επιθέτου της β’ κλίσης ἲδιος-α-ον.
παίδων: γενική πληθυντικού, γένους αρσενικού του ουσιαστικού της γ’ κλίσης ὁ παῖς (τοῦ παιδός).
οὓτω: επίρρημα τροπικό.
δικαίως: επίρρημα τροπικό.
ἀποφαινόμενος: ονομαστική ενικού, γένους αρσενικού της μετοχής Ενεστώτα μέσης φωνής του ρ. ἀποφαίνομαι.
πάντως: επίρρημα τροπικό.
τοῖς ἀλλοτρίοις: δοτική πληθυντικού, γένους αρσενικού του επιθέτου της β’ κλίσης ἀλλότριος-α-ον.
ἀκριβὴς: ονομαστική ενικού, γένους αρσενικού του δικατάληκτου επιθέτου της γ’ κλίσης ἀκριβὴς, ἀκριβὴς, ἀκριβές.
ἒσται: γ’ ενικό οριστικής Μέλλοντα του ρ. εἰμὶ.
ἀδέκαστος: ονομαστική ενικού, γένους αρσενικού του δικατάληκτου επιθέτου της β’ κλίσης ὁ, ἡ ἀδέκαστος, τὸ ἀδέκαστον.
ἀφῆκε: γ’ ενικό, οριστικής Αορίστου β’ ενεργητικής φωνής του ρ. ἀφίημι.
τὸν νεανίαν: αιτιατική ενικού, γένους αρσενικού του ουσιαστικού της α’ κλίσης ὁ νεανίας (τοῦ νεανίου).
τῆς τιμωρίας: γενική ενικου, γένους θηλυκού του ουσιαστικού της α’ κλίσης ἡ τιμωρία (τῆς τιμωρίας).
ἀπειλῶν: ονομαστική ενικού, γένους αρσενικού της μετοχής Ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρ. ἀπειλέω-ῶ.
ἀδικῶν: : ονομαστική ενικού, γένους αρσενικού της μετοχής Ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρ. ἀδικέω-ῶ.
φωραθῇ: γ’ ενικό υποτακτικής παθητικού Αορίστου του ρ. φωράω- ῶ.

ἓτερα: αιτιατική πληθυντικού, γένους ουδετέρου της αόριστης επιμεριστικής αντωνυμίας ἓτερος, ἑτέρα, ἓτερον.

επιμέλεια: Αναστάσιος Ντόκος
                          φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου